Μετάφραση του "impair" σε Ελληνικά
Οι περιττός, λάθος, σφάλμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impair" σε Ελληνικά.
impair
adjective
noun
masculine
γραμματική
(Pour un nombre entier) Qui n'est pas multiple de deux.
-
περιττός
adjective masculineLe jury doit être composé d’un nombre impair d’évaluateurs, au minimum trois.
Ο αριθμός των δοκιμαστών της ομάδας πρέπει να είναι περιττός, με ελάχιστο τους τρεις.
-
λάθος
noun neuterLe maire a commis un impair?
Έκανε κάτι λάθος ο Δήμαρχος;
-
σφάλμα
noun neuter -
παραδρομή
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " impair " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "impair" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Περιττός αριθμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη