Μετάφραση του "impasse" σε Ελληνικά

Οι αδιέξοδο, αδιέξοδος, αδιέξοδο στενό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impasse" σε Ελληνικά.

impasse noun feminine γραμματική

situation difficile, bloquée [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδιέξοδο

    noun neuter

    type de voie ne possédant qu'un seul point d'entrée

    C'est une impasse après une impasse cette histoire.

    Πάμε από αδιέξοδο σε αδιέξοδο με αυτό το πράγμα.

  • αδιέξοδος

    adjective feminine

    La Chine est une impasse.

    Η Κίνα είναι αδιέξοδος.

  • αδιέξοδο στενό

    neuter
  • διπλωματία

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " impasse " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "impasse" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη