Μετάφραση του "impensable" σε Ελληνικά
Οι αδιανόητος, ακατανόητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impensable" σε Ελληνικά.
impensable
adjective
masculine
γραμματική
Qui ne peut pas être envisagé.
-
αδιανόητος
adjectiveCelle qui a fait que la guerre entre nous est désormais, non seulement impossible, mais aussi impensable.
Αυτή είναι που διασφάλισε ότι εφεξής ο πόλεμος ανάμεσα στις χώρες μας είναι όχι μόνον αδύνατος αλλά και αδιανόητος.
-
ακατανόητος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " impensable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη