Μετάφραση του "imposer" σε Ελληνικά

Οι φορολογώ, επιβάλλω, απαιτώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "imposer" σε Ελληνικά.

imposer verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φορολογώ

    verb
  • επιβάλλω

    verb

    PL ne respecte pas cette disposition puisqu’elle impose une condition liée au logement aux réfugiés également.

    Η PL δεν πληροί αυτή τη διάταξη δεδομένου ότι επιβάλλει προϋπόθεση καταλύματος και στους πρόσφυγες.

  • απαιτώ

    verb

    Elle impose que les entreprises suivent les principes de comptabilisation et d'évaluation établis dans d'autres Normes.

    Αντίθετα, απαιτεί μία επιχείρηση να ακολουθεί αρχές καταχώρησης και αποτίμησης που έχουν καθιερωθεί από άλλα Πρότυπα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • υποχρεώνω
    • προϋποθέτω
    • αναγκάζω
    • εφαρμόζω
    • δεσμεύω
    • χρειάζομαι
    • βιάζω
    • παρασύρω
    • επιβεβαιώνω
    • πλήττω
    • βεβαιώνω
    • προσδοκώ
    • ωθώ
    • περιμένω
    • επιβάλλω φόρο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " imposer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "imposer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • επιβαλλόμενη τιμή
  • εντυπωσιακός · επιβλητικός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "imposer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη