Μετάφραση του "indigent" σε Ελληνικά
Οι άπορος, φτωχός, πένης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "indigent" σε Ελληνικά.
indigent
adjective
noun
masculine
γραμματική
Qui a besoin d'aliments, d'abris, de vêtements, etc. [..]
-
άπορος
adjective masculineN'ayant pas ce qui est nécessaire a la subsistence.
En effet, au moment de sa condamnation, ce dernier était détenu, indigent et sans emploi ni résidence.
Συγκεκριμένα, κατά την έκδοση της εις βάρος του αποφάσεως, ο εναγόμενος εξέτιε ποινή στερητική της ελευθερίας, ήταν άπορος και δεν είχε εργασία ή κατοικία.
-
φτωχός
adjectiveJe suis ce que tu dois appeler un indigent.
Είμαι αυτό αποκαλείς φτωχός, Κλαρκ.
-
πένης
masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " indigent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη