Μετάφραση του "indiscret" σε Ελληνικά

Οι αδιάκριτος, αδιάκριτη, περίεργος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "indiscret" σε Ελληνικά.

indiscret adjective noun masculine γραμματική

Qui veut connaître un secret.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδιάκριτος

    adjective masculine

    Comment vous êtes-vous rabibochés, si ce n'est pas indiscret?

    Και πώς τα διορθώσατε, αν δεν γίνομαι αδιάκριτος.

  • αδιάκριτη

    adjective feminine

    Je crois bien avoir posé une question très indiscrète.

    Λοιπόν, νομίζω πως ίσως έκανα μια αδιάκριτη ερώτηση.

  • περίεργος

    adjective

    Qui veut connaître un secret.

    J'espère qu'il ne jugera pas indiscret que je pose quelques questions.

    Ελπίζω ο Μπάκλεϊ να μην νομίζει ότι είμαι περίεργος που κάνω μερικές απλές ερωτήσεις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " indiscret " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "indiscret" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη