Μετάφραση του "influence" σε Ελληνικά

Οι επιρροή, επήρεια, επιπτώσεις είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "influence" σε Ελληνικά.

influence noun verb feminine γραμματική

Action qui affecte qqun ou cchose [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιρροή

    noun feminine

    La jurisprudence de la Cour a donc une influence majeure sur les systèmes nationaux de soins de santé.

    Συνεπώς, η νομολογία του ΔΕΚ ασκεί πάρα πολύ σημαντική επιρροή στα εθνικά συστήματα υγείας.

  • επήρεια

    noun feminine

    Théa Queen vous êtes en état d'arrestation pour conduite sous influence de narcotiques.

    Θία Κουίν συλλαμβάνεστε για οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών.

  • επιπτώσεις

    Cette situation est inquiétante et exerce naturellement une influence négative sur les décisions des autres investisseurs étrangers.

    Το γεγονός αυτό είναι φοβερό και είχε βέβαια εξαιρετικά αρνητικές επιπτώσεις στις αποφάσεις που έλαβαν άλλοι επενδυτές.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επίδραση
    • δύναμη
    • επηρεάζω
    • επενέργεια
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " influence " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "influence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • επηρεασμένος
  • δρω · επήρεια · επίδραση · επηρεάζω · επιδρώ · επιρροή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "influence" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη