Μετάφραση του "infranchissable" σε Ελληνικά

Οι αδιάβατος, απροσπέλαστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "infranchissable" σε Ελληνικά.

infranchissable adjective masculine γραμματική

(Pour un obstacle) Qui est impossible à passer, franchir ou traverser.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδιάβατος

    adjective

    La route pour aller en ville était mauvaise, parfois infranchissable.

    Ο δρόμος προς την πόλη ήταν χάλια, μερικές φορές αδιάβατος.

  • απροσπέλαστος

    Adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " infranchissable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "infranchissable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη