Μετάφραση του "inhalation" σε Ελληνικά
Το εισπνοή είναι η μετάφραση του "inhalation" σε Ελληνικά.
inhalation
noun
feminine
γραμματική
-
εισπνοή
noun feminineLes essais par inhalation ne sont appropriés que si l'inhalation constitue la voie primaire de l'exposition humaine.
Η διεξαγωγή δοκιμής δια της εισπνοής ενδείκνυται μόνον εάν η εισπνοή αποτελεί την πρωταρχική οδό έκθεσης του ανθρώπου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " inhalation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη