Μετάφραση του "inhumation" σε Ελληνικά
Οι ενταφιασμός, ταφή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inhumation" σε Ελληνικά.
inhumation
noun
feminine
γραμματική
Action rituelle de placer un corps dans une tombe.
-
ενταφιασμός
nounPrécisément, inhumation ou incinération?
Ειδικότερα το: " Ενταφιασμός ή Αποτέφρωση; "
-
ταφή
noun feminineAprès une inhumation, les femmes avaient coutume de se rendre au tombeau pour pleurer et mener deuil (Jn 11:31).
Ύστερα από την ταφή, οι γυναίκες είχαν τη συνήθεια να επισκέπτονται τον τάφο για να κλάψουν και να πενθήσουν.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " inhumation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη