Μετάφραση του "initiation" σε Ελληνικά
Οι μύηση, έναρξη, ορκωμοσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "initiation" σε Ελληνικά.
initiation
noun
feminine
γραμματική
-
μύηση
nounEt comme n'impote quelle sororité, ils ont une initiation, un essai.
Όπως κάθε άλλη αδελφότητα, έτσι κι εκείνες είχαν μια μύηση.
-
έναρξη
noun feminineCes anomalies doivent être corrigées avant l' initiation du traitement par Karvezide
Αυτές οι καταστάσεις θα πρέπει να ρυθμίζονται πριν την έναρξη της θεραπείας με Karvezide
-
ορκωμοσία
noun -
βαθιά γνώση
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " initiation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη