Μετάφραση του "inquisiteur" σε Ελληνικά

Οι ανακριτής, ιεροεξεταστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inquisiteur" σε Ελληνικά.

inquisiteur adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανακριτής

    noun masculine

    Le suspect qu'on recherche est un inquisiteur sadique, donc faire souffrir l'excite sexuellement et mentalement afin de soutirer des infos.

    Το Α.Π. που ψάχνουμε είναι ένας σαδιστικός ανακριτής δηλαδή διεγείρεται σεξουαλικά και συναισθηματικά προκαλώντας πόνο για να εκμαιεύσει πληροφορίες.

  • ιεροεξεταστής

    Ne soyez pas mon inquisiteur.

    Μη γίνεις ο ιεροεξεταστής μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inquisiteur " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inquisiteur" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη