Μετάφραση του "insensible" σε Ελληνικά
Οι αναίσθητος, ανεπαίσθητος, ανοσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "insensible" σε Ελληνικά.
insensible
adjective
masculine
γραμματική
privé de sensation [..]
-
αναίσθητος
adjectiveQui n’éprouve pas de sensation [..]
Je suis désolée si inviter Gabe était insensible de ma part.
Λυπάμαι αν καλώντας Gabe ήταν αναίσθητος από μένα.
-
ανεπαίσθητος
adjectiveQui n’a pas de sentiment
-
ανοσία
nounEt si elles étaient insensibles aux effets de ce sérum?
Μπορεί να έχουν ανοσία στο φάρμακο τώρα ή να έχουν άμυνες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " insensible " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη