Μετάφραση του "insoluble" σε Ελληνικά
Το αδιάλυτος είναι η μετάφραση του "insoluble" σε Ελληνικά.
insoluble
adjective
masculine
γραμματική
Qui ne peut pas se dissoudre dans un liquide.
-
αδιάλυτος
adjectiveLe sulfure de mercure est pratiquement insoluble et peut donc être stocké en toute sécurité.
Ο θειούχος άργυρος είναι σχεδόν εντελώς αδιάλυτος, πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να αποθηκευτεί ασφαλώς.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " insoluble " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "insoluble" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αδιάλυτη ουσία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη