Μετάφραση του "insulaire" σε Ελληνικά

Οι νησιώτης, νησιώτισσα, νησιωτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "insulaire" σε Ελληνικά.

insulaire adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • νησιώτης

    noun masculine
  • νησιώτισσα

    noun feminine
  • νησιωτικός

    la minimisation du caractère insulaire et la maximisation des connexions internationales.

    Την ελαχιστοποίηση των γεωγραφικών προβλημάτων που προκαλεί ο νησιωτικός χαρακτήρας της χώρας και τη μεγιστοποίηση των διεθνών συνδέσεων

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • νησιώτικος
    • νησί
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " insulaire " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "insulaire" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "insulaire" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη