Μετάφραση του "interférence" σε Ελληνικά
Οι συμβολή, παρεμβολή, Συμβολή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interférence" σε Ελληνικά.
interférence
noun
feminine
γραμματική
se mêler de (suru)
-
συμβολή
noun -
παρεμβολή
Les observateurs chargés du contrôle prennent note de toute interférence avec le système de suivi par satellite.
Οι παρατηρητές ελέγχου καταγράφουν κάθε παρεμβολή στο δορυφορικό σύστημα παρακολούθησης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " interférence " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Interférence
-
Συμβολή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη