Μετάφραση του "interface" σε Ελληνικά
Οι διεπαφή, διεπιφάνεια, διασύνδεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interface" σε Ελληνικά.
interface
noun
verb
feminine
γραμματική
-
διεπαφή
noun feminineToute interface de commande de l’opérateur doit être claire et efficace.
Κάθε διεπαφή ελέγχου από χειριστή είναι σαφής και αποτελεσματική.
-
διεπιφάνεια
noun feminineJ' ai déjà vu ce type d' interface
Έχουμε δει αυτού του είδους την διεπιφάνεια στο παρελθόν
-
διασύνδεση
nounL'appareil semble avoir besoin d'une interface humaine spécifique.
Αυτή η συσκευή φαίνεται να χρειάζεται συγκεκριμένη ανθρώπινη διασύνδεση.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Διεπαφή
- περιβάλλον εργασίας
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " interface " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "interface" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διασύνδεση προγραμματισμού εφαρμογών κρυπτογράφησης
-
διασύνδεση πολυμέσων υψηλής ευκρίνειας
-
αλληλεπίδραση ωκεανού-ατμόσφαιρας
-
διασύνδεση υπηρεσίας παροχής
-
ολοκληρωμένα ηλεκτρικά μέρη συσκευών
-
κοινή διασύνδεση πύλης
-
διασύνδεση προγραμματισμού εφαρμογών
-
φωνητικό περιβάλλον εργασίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη