Μετάφραση του "interjeter" σε Ελληνικά
Οι έφεση, εφεσιβάλλω, κάνω έφεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interjeter" σε Ελληνικά.
interjeter
verb
γραμματική
-
έφεση
noun feminineL’appel interjeté par les requérants au principal a été rejeté.
Η έφεση που άσκησαν οι αναιρεσείοντες της κύριας δίκης απορρίφθηκε.
-
εφεσιβάλλω
-
κάνω έφεση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " interjeter " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη