Μετάφραση του "internationalisation" σε Ελληνικά
Οι διεθνοποίηση, Διεθνοποίηση και τοπική προσαρμογή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "internationalisation" σε Ελληνικά.
internationalisation
noun
feminine
γραμματική
Processus de développement d'un logiciel désigné pour ne pas se baser sur une localisation particulière.
-
διεθνοποίηση
nounCette internationalisation de l'économie n'est pas un phénomène nouveau.
Αυτή η διεθνοποίηση της οικονομίας δεν αποτελεί νέο φαινόμενο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " internationalisation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Internationalisation
-
Διεθνοποίηση και τοπική προσαρμογή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη