Μετάφραση του "interrupteur" σε Ελληνικά
Οι διακόπτης, Διακόπτης, αλλάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interrupteur" σε Ελληνικά.
interrupteur
noun
masculine
γραμματική
Dispositif permettant d'activer ou de désactiver le courant électrique, ou de contrôler son flux. [..]
-
διακόπτης
noun masculineUn interrupteur principal est exigé pour permettre le fonctionnement du système de baraquage.
Πρέπει να υπάρχει διακόπτης που επιτρέπει την ενεργοποίηση του συστήματος επιγονάτισης.
-
Διακόπτης
κάθε ηλεκτρικό εξάρτημα που μεταβάλλει τη δυνατότητα διέλευσης ηλεκτρικού ρεύματος
Un interrupteur principal est exigé pour permettre le fonctionnement du système de baraquage.
Πρέπει να υπάρχει διακόπτης που επιτρέπει την ενεργοποίηση του συστήματος επιγονάτισης.
-
αλλάζω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανταλλάσσω
- συναλλάσσω
- αλλαγή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " interrupteur " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "interrupteur"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη