Μετάφραση του "introuvable" σε Ελληνικά
Το δυσεύρετος είναι η μετάφραση του "introuvable" σε Ελληνικά.
introuvable
adjective
masculine
γραμματική
-
δυσεύρετος
adjective masculineCharles m'a écrit que ces articles de toilettes étaient introuvables.
Ο Τσαρλι μου έγραψε ότι αυτά τα άρθρα ήταν δυσεύρετα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " introuvable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη