Μετάφραση του "investigation" σε Ελληνικά
Οι έρευνα, διερεύνηση, εντοπισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "investigation" σε Ελληνικά.
investigation
noun
feminine
γραμματική
Action de découvrir des preuves de violations éthiques, légales ou gouvernementales. [..]
-
έρευνα
noun feminineVous êtes tous en investigation pour avoir essayer de me protéger.
Είστε όλοι υπό έρευνα για την προσπάθειά σας να με προστατεύσετε.
-
διερεύνηση
noun feminineLe non-respect des critères de qualité appelle dans tous les cas une investigation et des explications.
Κάθε παραβίαση των προτύπων απαιτεί διερεύνηση και πρέπει να ζητούνται εξηγήσεις.
-
εντοπισμός
nounAction de découvrir des preuves de violations éthiques, légales ou gouvernementales.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανίχνευση
- φώραση
- πραγματογνωμοσύνη
- ανάκριση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " investigation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη