Μετάφραση του "inviolable" σε Ελληνικά

Οι αβεβήλωτος, απαράβατος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inviolable" σε Ελληνικά.

inviolable adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αβεβήλωτος

    adjective
  • απαράβατος

    Adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inviolable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inviolable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη