Μετάφραση του "jaquette" σε Ελληνικά

Το κάλυμμα είναι η μετάφραση του "jaquette" σε Ελληνικά.

jaquette noun feminine γραμματική

Type de veste de laine ouverte sur le devant, qui peut généralement être fermée par des boutons ou une fermeture éclair.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κάλυμμα

    noun neuter

    Un coup d’œil sur la jaquette du produit ou sur le matériel publicitaire suffit en général pour en imaginer le contenu.

    Πολλές φορές, μια ματιά στο κάλυμμα ή στο διαφημιστικό υλικό είναι αρκετή για να καταλάβεις το περιεχόμενο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " jaquette " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "jaquette"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "jaquette" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη