Μετάφραση του "jet" σε Ελληνικά

Οι τζετ, αεριωθούμενο, πίδακας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "jet" σε Ελληνικά.

jet noun masculine γραμματική

jet (avion à réaction) [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τζετ

    noun neuter

    Avion propulsé par un moteur à réaction au lieu d'une hélice.

    Non, en fait, j'en ai assez de toi volant des jets et faisant exploser des choses.

    Όχι, βασικά θα προτιμούσα να πετάς τζετ και να ανατινάζεις πράγματα.

  • αεριωθούμενο

    noun neuter

    Avion propulsé par un moteur à réaction au lieu d'une hélice.

    Être coincé dans un jet n'aide pas la circulation du sang.

    Το να είσαι παστωμένος σ'ένα αεριωθούμενο δεν είναι καλό και για το κυκλοφορικό.

  • πίδακας

    masculine

    La rupture est atteinte lorsque le liquide d'essai s'échappe de la citerne sous forme de jets.

    Η θραύση επέρχεται όταν υγρό της δοκιμής διαφεύγει από την δεξαμενή με τη μορφή πιδάκων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πετώ
    • ρίψη
    • ρίχνω
    • εκσφεδονίζω
    • αποβάλλω
    • αργία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " jet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "jet"

Φράσεις παρόμοιες με "jet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "jet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη