Μετάφραση του "juger" σε Ελληνικά

Οι κρίνω, δικάζω, δικαστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "juger" σε Ελληνικά.

juger verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κρίνω

    verb

    Les gens sont jugés par la couleur de leur peau.

    Οι άνθρωποι κρίνονται από το χρώμα του δέρματός τους.

  • δικάζω

    verb

    Toutefois, pour déterminer ce siège, le juge saisi applique les règles de son droit international privé.

    Για τον καθορισμό, πάντως, της έδρας αυτής εφαρμόζονται οι κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου του δικάζοντος δικαστή.

  • δικαστής

    noun masculine

    Chaque juge devra être assisté par au moins un référendaire et un secrétaire administratif.

    Κάθε δικαστής θα πρέπει να επικουρείται από τουλάχιστον ένα νομικό βοηθό και από τουλάχιστον ένα γραμματέα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κριτής
    • θεωρώ
    • αποφαίνομαι
    • έχω
    • αποφασίζω
    • πιστεύω
    • φρονώ
    • νομίζω
    • υπολογίζω
    • προσεγγίζω
    • γνωμοδοτώ
    • θαρρώ
    • εκλαμβάνω
    • διαιτητής
    • ανακοινώνω
    • απονέμω δικαιοσύνη
    • επιβάλλω φόρο
    • σχηματίζω γνώμη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " juger " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "juger" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • δικάζω · δικαστής · κριτής · νομικός
  • Κριτές
  • Διαιτητές (Αττικό Δίκαιο)
  • δεδικασμένο
  • Κριτές
  • Ειρηνοδίκης
  • δικάζω · δικαστής · κριτής · νομικός
  • δικάζω · δικαστής · κριτής · νομικός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "juger" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη