Μετάφραση του "lasso" σε Ελληνικά
Το λάσο είναι η μετάφραση του "lasso" σε Ελληνικά.
lasso
noun
masculine
-
λάσο
nounQuiconque est pris dans le lasso doit dire la vérité.
Όποιος φοράει το λάσο, πρέπει να πει την αλήθεια.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lasso " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "lasso"
Φράσεις παρόμοιες με "lasso" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εργαλείο λάσου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη