Μετάφραση του "lavage" σε Ελληνικά

Οι πλύση, καθάρισμα, ξέπλυμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lavage" σε Ελληνικά.

lavage noun masculine γραμματική

Recouvrement d'eau (souvent avec du savon), dans l'intention d'enlever la poussière et la saleté d'un objet.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλύση

    noun

    Tu as voulu lui faire un lavage de cerveau.

    Τον έβαλες σε ένα δωμάτιο και του έκανες πλύση εγκεφάλου!

  • καθάρισμα

    noun

    Les lavabos destinés au lavage des mains doivent être équipés d

    Οι νιπτήρες πρέπει να είνει εφοδιασμένοι με ζεστό και κρύο τρεχούμενο νερό και με υλικά για το καθάρισμα των χεριών και το υγιεινό τους στέγνωμα

  • ξέπλυμα

    neuter

    Le lavage de cheques est le processus pour dissoudre l'encre d'un chèque, Ce qui lui permet d'être réécrit pour n'importe quel montant.

    " Ξέπλυμα επιταγών " είναι η διαδικασία της αφαίρεσης του μελανιού από μία επιταγή, ώστε να μπορεί να ξαναγραφεί πάνω σ'αυτή οποιοδήποτε ποσό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lavage " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "lavage"

Φράσεις παρόμοιες με "lavage" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lavage" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη