Μετάφραση του "lavement" σε Ελληνικά

Οι κλύσμα, πλύσιμο, υποκλυσμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lavement" σε Ελληνικά.

lavement noun masculine γραμματική

Injection d'un fluide dans le rectum pour causer une évacuation intestinale.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλύσμα

    neuter

    Chaque participant fait deux lavements, et on voit qui saute le plus loin et chie le plus.

    Ο κάθε διαγωνιζόμενος θα τοποθετήσει δύο κλύσματα, και θα δούμε ποιός θα πηδήξει μακρύτερα και θα χέσει περισσότερο.

  • πλύσιμο

    noun neuter

    Remède liquide

  • υποκλυσμός

    masculine

    Action de laver

    La diverticulite Et un lavement baryté

    Η εκκολπωματίτιδα και ο βαριούχος υποκλυσμός

  • ένεμα

    neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lavement " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lavement" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη