Μετάφραση του "laxatif" σε Ελληνικά
Οι καθαρτικό, υπακτικό, καθαρτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "laxatif" σε Ελληνικά.
laxatif
adjective
noun
masculine
γραμματική
Substance à effet laxatif
-
καθαρτικό
noun neuterSubstance à effet laxatif.
Ce patient a besoin du plus puissant laxatif.
Αυτός ο ασθενής χρειάζεται το ισχυρότερο καθαρτικό που έχεις.
-
υπακτικό
noun neuterSubstance à effet laxatif.
-
καθαρτικός
adjective masculineJe parle du miracle de la perte de poids grâce aux laxatifs pour chevaux.
Αναφέρομαι στο θαύμα απώλειας βάρους που λέγεται καθαρτικά αλόγων.
-
υπακτικός
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " laxatif " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη