Μετάφραση του "lessive" σε Ελληνικά

Οι μπουγάδα, αλισίβα, άπλυτα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lessive" σε Ελληνικά.

lessive noun feminine γραμματική

Eau chaude que l’on verse sur du linge à blanchir

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπουγάδα

    noun feminine

    Vous ne faites pas que la lessive, ici.

    Ίσως παιδιά δεν κάνετε μόνο την μπουγάδα σας εδώ.

  • αλισίβα

    noun feminine

    Tu mélanges de la lessive et de l'eau, et ça neutralise le gaz moutarde.

    Αναμιγνύεις αλισίβα και νερό, και αδρανοποιεί τον υπερίτη.

  • άπλυτα

    Noun n-p

    J'ai fait toute la lessive et je l'ai également pliée.

    Έκανα όλα τα άπλυτα και τα ταξινόμησα κατάλληλα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ισχυρό αλκαλικό διάλυμα
    • Μπουγάδα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lessive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "lessive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • πλένω
  • απορρυπαντικά, αλισίβες (αλουσές ή σταχτόνερα) [στον πληθυντικό]
  • αλισίβα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lessive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη