Μετάφραση του "levier" σε Ελληνικά

Οι μοχλός, Μοχλός, χειρολαβή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "levier" σε Ελληνικά.

levier noun masculine γραμματική

Influence utilisée pour obtenir un avantage stratégique. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μοχλός

    noun masculine

    Les candidats tirent les leviers et la nourriture tombe.

    Οι υποψήφιοι τράβηξαν τους μοχλούς και έπεσαν τα τρόφιμα.

  • Μοχλός

    pièce rigide, allongée, généralement en liaison pivot ou en simple appui par rapport à une partie fixe

    Les candidats tirent les leviers et la nourriture tombe.

    Οι υποψήφιοι τράβηξαν τους μοχλούς και έπεσαν τα τρόφιμα.

  • χειρολαβή

    noun feminine

    Vous voyez ce levier?

    Aυτή η χειρολαβή, βλέπεις.

  • χερούλι

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " levier " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "levier" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μόχλευση · χρηματοοικονομική μόχλευση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "levier" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη