Μετάφραση του "lexicographe" σε Ελληνικά
Το λεξικογράφος είναι η μετάφραση του "lexicographe" σε Ελληνικά.
lexicographe
noun
masculine
γραμματική
-
λεξικογράφος
nounpersonne qui s’occupe de lexicographie
Beaucoup de lexicographes tiennent “ Rodanim ” pour la leçon la plus probable.
Πολλοί λεξικογράφοι θεωρούν προτιμότερο τον τύπο «Ροδανίμ».
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lexicographe " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη