Μετάφραση του "libre" σε Ελληνικά
Οι ελεύθερος, ανεμπόδιστος, άγαμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "libre" σε Ελληνικά.
libre
adjective
masculine
γραμματική
Capable d'agir sans restriction.
-
ελεύθερος
adjective masculinenon soumis à une ou plusieurs contraintes externes, en parlant de personnes [..]
Si tu peux contourner cet oiseau sans utiliser ton don, tu es libre de partir.
Εάν μπορέσεις να αποφύγεις αυτό το πουλί, χωρίς να εξαπολύσεις το χάρισμα σου, είσαι ελεύθερος να φύγεις.
-
ανεμπόδιστος
adjective masculine -
άγαμος
noun masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Ελεύθερος o Λεύτερος
- εθελοντικός
- αυθόρμητος
- απαλλαγμένος από
- δωρεάν
- αποδεσμεύω
- απελευθερώνομαι
- ξεμπλοκάρω
- ανοικτός κώδικας
- ανοικτός πηγαίος κώδικας
- ελεύθερος λεύτερος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " libre " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "libre" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ελεύθερη διακίνηση προγραμμάτων
-
ελεύθερη τιμή
-
ανοικτή ακρόαση
-
Βαβαρία · Βαυαρία
-
χώρος συγκέντρωσης ελεύθερων μέσων αποθήκευσης
-
Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU
-
σέλφ-σέρβις
-
Δημοκρατία της Ιρλανδίας · Ιρλανδία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη