Μετάφραση του "lie" σε Ελληνικά
Οι κατακάθι, υποστάθμη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lie" σε Ελληνικά.
lie
noun
verb
feminine
γραμματική
Matière qui est en suspension dans un liquide et qui se dépose généralement au fond.
-
κατακάθι
noun neuterLes généraux sont la lie du peuple allemand.
Οι στρατηγοί μας είναι το κατακάθι του γερμανικού λαού!
-
υποστάθμη
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lie " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "lie" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δεσμευμένο μόρφημα
-
εξαρτώμενη εφαρμογή
-
Αδρενολευκοδυστροφία
-
συνδεδεμένο έργο
-
πρόσωπο που σχετίζεται με αυτή τη τοποθεσία
-
συνδεδεμένο αντικείμενο
-
ασφαλίζω · δένω · διατηρώ σχέσεις · ενώνω · κολλώ · περιδένω · περισφίγγω · προσδένω · στερεώνομαι · συνδέoμαι · συνδέομαι · συνδέω · σχετίζομαι · σύνδεση · σύνδεσμος
-
Εκφύλιση της ωχράς κηλίδας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη