Μετάφραση του "lien" σε Ελληνικά
Οι σύνδεσμος, δεσμός, σύνδεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lien" σε Ελληνικά.
lien
noun
masculine
γραμματική
Ce qui sert à lier [..]
-
σύνδεσμος
noun masculineCette mise en relation a pour effet d'établir un lien entre deux ou plusieurs signalements.
Ένας τέτοιος σύνδεσμος έχει σκοπό την επισήμανση της σχέσης που υπάρχει μεταξύ δύο ή περισσοτέρων καταχωρίσεων.
-
δεσμός
noun masculineD’autres ont maintenu des liens culturels et politiques de leur passé colonial.
Άλλες, έχουν διατηρήσει ισχυρούς πολιτιστικούς και πολιτικούς δεσμούς από την εποχή των αποικιών.
-
σύνδεση
noun feminineElle constitue un lien vers d'autres sources d’information utiles.
Το στοιχείο αυτό εξασφαλίζει τη σύνδεση με άλλες χρήσιμες πηγές πληροφοριών.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σχέση
- υπερσύνδεσμος
- υπερσυνδέω
- Σύνδεσμος
- υπερζεύξη
- συνένωση
- δεσμά
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lien " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "lien"
Φράσεις παρόμοιες με "lien" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σύνδεση φίλτρου
-
εσωτερική υπερ-σύνδεση
-
εμφανιζόμενο κείμενο υπερ-σύνδεσης
-
πρόγραμμα σύνδεσης
-
σχετική σύνδεση
-
ετικέτα κοινού
-
σύνδεση υλικού
-
σύνδεση με εσωτερικές ιστοσελίδες
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη