Μετάφραση του "lignine" σε Ελληνικά

Το λιγνίνη είναι η μετάφραση του "lignine" σε Ελληνικά.

lignine noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λιγνίνη

    noun

    — lignine provenant de la transformation de plantes contenant de la lignocellulose,

    — λιγνίνη από την επεξεργασία φυτών που περιέχουν λιγνοκυτταρίνη,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lignine " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lignine" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη