Μετάφραση του "limite" σε Ελληνικά

Οι σύνορο, όριο, μεθόριος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "limite" σε Ελληνικά.

limite adjective noun verb masculine feminine γραμματική

Point, bord ou ligne au delà de laquelle quelque chose ne peut ou ne doit pas aller. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύνορο

    noun neuter

    A la limite d'une ville qui ne veut pas de toi.

    Έξω από τα σύνορα μιας πόλης που δεν σε θέλει.

  • όριο

    noun neuter

    Les limites de vibration et les mesures d’atténuation constituent un point ouvert.

    Τα όρια για κραδασμούς και τα μέτρα άμβλυνσης αποτελούν ανοικτό σημείο.

  • μεθόριος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • περιορίζω
    • περιορισμός
    • γραμμή
    • Όριο
    • περιθώριο
    • άκρη
    • υδατογράφημα
    • οριακός
    • οριοθετώ
    • δεσμευμένος
    • άκρον άωτον
    • όρια αντικειμένου
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " limite " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Limite
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Όριο συνάρτησης

Εικόνες με "limite"

Φράσεις παρόμοιες με "limite" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "limite" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη