Μετάφραση του "lin" σε Ελληνικά

Οι λινάρι, λινό, λίνο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lin" σε Ελληνικά.

lin noun masculine γραμματική

Étoffe crée à partir des fibres de la plante "lin".

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λινάρι

    noun neuter

    Sacs et sachets d'emballage usagés, de lin, autres qu'en bonneterie

    Σάκοι και σακίδια συσκευασίας μεταχειρισμένα, από λινάρι, εκτός από τα πλεκτά

  • λινό

    noun neuter

    Étoffe crée à partir des fibres de la plante "lin". [..]

    Tu regrettes d'avoir taché sa veste en lin avec un yaourt aux fruits.

    Θα Συγγνώμη? έχοντας χρωματισμένο σακάκι λινό του με γιαούρτι φρούτων.

  • λίνο

    Aide multiple pour le lin et le chanvre

    Πολλαπλή ενίσχυση για το λίνο και την κάνναβι

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ασπρόρουχα
    • λινά είδη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Lin

Lin (plante) [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πάπας Λίνος

    Lin (pape)

  • γένος Linum

    noun

Εικόνες με "lin"

Φράσεις παρόμοιες με "lin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη