Μετάφραση του "local" σε Ελληνικά
Οι τοπικός, χώρος, επιτόπιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "local" σε Ελληνικά.
Appartenant, relatif ou caractéristique d'une localité ou d'un voisinage particulier. [..]
-
τοπικός
adjective masculineça pourrait même déclencher le soulèvement des tribus locales.
Ίσως και να πυροδοτήσει αντίδραση των τοπικών φυλών.
-
χώρος
noun masculineLe poste des génératrices principales est le local dans lequel se trouve la source principale d'énergie électrique.
Κύριος σταθμός ηλεκτρικής ενέργειας είναι ο χώρος στον οποίο ευρίσκεται η κύρια πηγή ηλεκτρικής ενέργειας.
-
επιτόπιος
Une vérification sur place est une inspection effectuée dans les locaux d’un opérateur économique.
Ο επιτόπιος έλεγχος είναι έλεγχος που διενεργείται στις εγκαταστάσεις μιας επιχείρησης.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δωμάτιο
- εγχώριος
- εσωτερικής εγκατάστασης
- τοπικό λεωφορείο
- τοπικό μέσο μεταφοράς
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " local " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "local" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τοπικός εκτυπωτής
-
χρήση επιτόπιων πόρων
-
τοπική ομάδα
-
τοπική συνεχής αναπαραγωγή
-
τοπική μεταβλητή που έχει λάβει τύπο μη ρητά
-
τοπική ρύπανση
-
νομοθεσία τοπικής αυτοδιοίκησης
-
Τοποθεσία-πελάτης