Μετάφραση του "loi" σε Ελληνικά
Οι νόμος, δίκαιο, νομοθεσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "loi" σε Ελληνικά.
Une des règles prescrites par une autorité législative. [..]
-
νόμος
noun masculineUne des règles prescrites par une autorité législative. [..]
Quand la loi n’est pas juste, la justice passe avant la loi.
Όταν ο νόμος δεν είναι δίκαιος, η δικαιοσύνη προηγείται του νόμου.
-
δίκαιο
noun neuterEnsemble de règles d'action ou de conduite prescrites par une autorité législative et qui a un effet légal.
La responsabilité contractuelle de l'Agence est régie par la loi applicable au contrat en cause.
Η συμβατική ευθύνη του Οργανισμού διέπεται από το δίκαιο που εφαρμόζεται στην κατά περίπτωση σύμβαση.
-
νομοθεσία
nounNous voici donc, composant une loi pour corriger la loi.
Έτσι, βρισκόμαστε εδώ για να παράγουμε νομοθεσία για να διορθώσουμε τη νομοθεσία.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πράξη
- αστυνομία
- ενέργεια
- διάβημα
- νομοσχέδιο
- θεσμοθέτηση
- προσποίηση
- υποκρισία
- γραπτό δίκαιο
- θεατρικό νούμερο
- νόμος της φύσης
- πρόταση νόμου
- φυσικός νόμος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " loi " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "loi" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
νομοθεσία σε επίπεδο περιφέρειας
-
Καταστατική εξίσωση των αερίων
-
Νόμοι της Νυρεμβέργης
-
Εκκλησιαστικό Δίκαιο · θρησκευτικός νόμος
-
Φάουλ
-
άλαλος νόμος · καταστρεπτικός νόμος
-
έκδοση νόμου
-
ειδικός νόμος