Μετάφραση του "loyal" σε Ελληνικά
Οι πιστός, αφοσιωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "loyal" σε Ελληνικά.
loyal
adjective
masculine
γραμματική
Ferme dans ses allégeance à une personne ou une institution.
-
πιστός
adjectiveElle est très loyale et on a besoin d'alliés par ici.
Είναι πολύ πιστή. Και έχουμε ανάγκη από συμμάχους.
-
αφοσιωμένος
Je sais que vous êtes un homme loyal et j'admire ça.
Ξέρω οτι αφοσιωμένος τύπος και το θαυμάζω αυτό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " loyal " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη