Μετάφραση του "machine" σε Ελληνικά

Οι μηχανή, μηχανισμός, μηχάνημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "machine" σε Ελληνικά.

machine noun feminine γραμματική

Moteur autopropulsé fonctionnant à la vapeur, électricité ou diesel, et utilisé pour déplacer les trains sur les voies ferrées. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μηχανή

    noun feminine

    μηχάνημα

    Papy! L'ascenseur est cassé, la machine volante est morte!

    Ο ανελκυστήρας χάλασε και η πτητική μηχανή δεν δουλεύει!

  • μηχανισμός

    noun masculine

    La machine tourne, le rouleau compresseur avance et écrase tout ce qui est devant lui.

    Ο μηχανισμός λειτουργεί, ο οδοστρωτήρας προχωρά και συνθλίβει ό, τι βρίσκει στον δρόμο του.

  • μηχάνημα

    noun neuter

    Conditions relatives aux véhicules, au conditionnement, aux machines et aux résidus de terre

    Απαιτήσεις σχετικά με τα οχήματα, τη συσκευασία, τα μηχανήματα και τα απόβλητα χώματος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Μηχανή
    • μηχανήματα
    • μηχανικός εξοπλισμός
    • πολιτική μηχανή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " machine " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "machine"

Φράσεις παρόμοιες με "machine" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "machine" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη