Μετάφραση του "malle" σε Ελληνικά

Οι μπαούλο, αποσκευές, βαλίτσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "malle" σε Ελληνικά.

malle noun feminine γραμματική

Une grande boîte ou caisse (le plus souvent constituée de bois ou de métal avec un couvercle) habituellement utilisée pour ranger des habits ou des jouets.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπαούλο

    noun neuter

    J'étais si sûre qu'elle était dans la malle.

    Ήμουν τόσο σίγουρη ότι ήταν μέσα στο μπαούλο.

  • αποσκευές

    noun f-p

    Elle est dans sa bouteille, dans ma malle, sur le paquebot.

    Στο μπουκάλι της, μέσα στις αποσκευές μου, στο πλοίο.

  • βαλίτσα

    noun feminine

    Je n'ai pas trouvé sa malle non plus.

    Επίσης δεν έχω καταφέρει να βρω ούτε την βαλίτσα της.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " malle " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "malle"

Φράσεις παρόμοιες με "malle" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "malle" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη