Μετάφραση του "manger" σε Ελληνικά
Οι τρώω, τρώγω, γευματίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "manger" σε Ελληνικά.
manger
verb
noun
masculine
γραμματική
Mâcher et avaler un aliment dans le but de se nourrir [..]
-
τρώω
verbΚαταναλώνω κάτι στερεό ή ημι-στερεό (συνήθως τροφή) βάζοντάς το στο στόμα και καταπίνοντάς το.
Le docteur m'a dit de ne pas trop manger.
Ο γιατρός μου είπε να μην τρώω πάρα πολύ.
-
τρώγω
verbΚαταναλώνω κάτι στερεό ή ημι-στερεό (συνήθως τροφή) βάζοντάς το στο στόμα και καταπίνοντάς το. [..]
Tom mange de la nourriture pour chat.
Τομ τρώει τροφές για γάτες.
-
γευματίζω
verbΤρώω ένα γεύμα.
Rien que, euh... je mangeais juste un truc avec Sue.
Εγώ απλά... γευματίζω εδώ με την Σου.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εσθίω
- φαγητό
- τροφή
- φαΐ
- έδω
- τρωω
- ταΐζω
- απολαμβάνω
- τροφοδοτώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " manger " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "manger"
Φράσεις παρόμοιες με "manger" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δεν τρώω χοιρινό
-
τραπεζαρία
-
πρέπει να τρως για να ζήσεις, όχι να ζεις για να τρως
-
αγαπώ · ποθώ
-
σκωροφαγωμένος
-
δεν τρώω ψάρι
-
αποθήκη τροφίμων · κελάρι · κελλάρι
-
δεν τρώω κρέας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη