Μετάφραση του "manucure" σε Ελληνικά

Οι μανικιούρ, μανικιουρίστα, μανικιουρίστας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "manucure" σε Ελληνικά.

manucure noun masculine feminine γραμματική

Personne qui réalise un traitement cosmétique des mains et des ongles. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μανικιούρ

    neuter

    Et on fera cette manucure sur le chemin du retour.

    Και θα κάνουμε αυτό το μανικιούρ στην επιστροφή.

  • μανικιουρίστα

    J'en entends parler par mon manucure, mon prof de yoga, ma copine..

    Το άκουσα από την μανικιουρίστα μου, και την Πιλάτ, τη φίλη μου.

  • μανικιουρίστας

    Non, c'est une manucure.

    Όχι, είναι μια μανικιουρίστας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " manucure " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "manucure" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη