Μετάφραση του "maori" σε Ελληνικά
Οι Μαορί, μαορί γλώσσα, Μαορί είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "maori" σε Ελληνικά.
maori
adjective
noun
masculine
γραμματική
Langue des habitants originels de Nouvelle Zélande, les maori.
-
Μαορί
nounLa femme maorie doit arrêter de fumer.
Οι γυναίκες των Μαορί πρέπει να κόψουν το κάπνισμα.
-
μαορί γλώσσα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " maori " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Maori
Maori (Nouvelle-Zélande)
-
Μαορί
nounMaori (Nouvelle-Zélande)
qui fumait du poisson dans un garage, c'était un Maori,
Ηταν ένας άντρας Μαορί και έφτιαχνε καπνιστό σολωμό σε ένα γκαράζ.
Φράσεις παρόμοιες με "maori" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μαορί γλώσσα
-
μαορί γλώσσα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη