Μετάφραση του "marchand" σε Ελληνικά

Οι έμπορος, εμπορικός, αγορά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "marchand" σε Ελληνικά.

marchand adjective noun masculine γραμματική

Négociant qui participe à un échange de biens.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έμπορος

    noun masculine

    επιχειρηματίας που εμπορεύεται προϊόντα που έχουν παραχθεί από άλλους [..]

    Sobre ou pas, ils te verront comme un marchand faible.

    Sober ή όχι, θα πρέπει να θεωρηθεί ως ένα αδύναμο έμπορος.

  • εμπορικός

    adjective

    Le contrôle aérien, ce n'est pas une compagnie aérienne, ce n'est pas un secteur marchand.

    Ο έλεγχος εναέριας κυκλοφορίας δεν είναι μία αεροπορική εταιρεία, δεν είναι ένας εμπορικός τομέας.

  • αγορά

    noun feminine

    Ces ajustements ont été fondés sur une estimation raisonnable de la valeur marchande des différences.

    Αυτές οι προσαρμογές έγιναν με βάση μια εύλογη εκτίμηση της αξίας των διαφορών στην αγορά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εμπορευόμενος
    • εμπόρευμα
    • ψώνιο
    • επιχειρηματίας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " marchand " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "marchand" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "marchand" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη