Μετάφραση του "masculin" σε Ελληνικά

Οι αρσενικός, ανδρικός, αρσενικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "masculin" σε Ελληνικά.

masculin adjective noun masculine γραμματική

De, relatif à, ou dénotant un membre du sexe qui engendre les jeunes en fertilisant les ovules. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρσενικός

    adjective noun masculine

    Dans le cas d'une égalité parfaite, le siège est attribué au candidat masculin, et la candidate féminine est emprisonnée.

    Σε περίπτωση ισοψηφίας τη θέση παίρνει ο αρσενικός υποψήφιος κι η θηλυκή υποψήφιος μπαίνει φυλακή.

  • ανδρικός

    adjective masculine

    La femme existe parce que le désir masculin a perdu sa pureté.

    Οι γυναίκες υπάρχουν επειδή ο ανδρικός πόθος έγινε ακάθαρτος.

  • αρσενικό

    noun

    Mars a le même symbole que le signe masculin.

    Ο Άρης είναι η ίδια ως το αρσενικό σημάδι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άρρεν
    • ανδροπρεπής
    • άνδρας
    • αρσενικό γένος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " masculin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "masculin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "masculin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη