Μετάφραση του "mazout" σε Ελληνικά
Οι μαζούτ, καύσιμα ντίζελ, πετρέλαιο ντίζελ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mazout" σε Ελληνικά.
mazout
noun
masculine
γραμματική
Résidu d'huile lourd utilisé comme carburant dans les moteurs diesel.
-
μαζούτ
Ça ne marche ni au mazout ni au gaz.
Αυτό δεν λειτουργεί ούτε με μαζούτ, ούτε με γκάζι.
-
καύσιμα ντίζελ
Résidu d'huile lourd utilisé comme carburant dans les moteurs diesel.
-
πετρέλαιο ντίζελ
Résidu d'huile lourd utilisé comme carburant dans les moteurs diesel.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mazout " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "mazout" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πετρέλαιο οικιακής χρήσης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη